Η Γουίτνεϊ Χιούστον είχε πολύ λίγο έλεγχο στη ζωή της- Νέο ντοκιμαντέρ

«Η ειρωνεία είναι ότι αυτό το υπέροχο πρόσωπο ήταν πραγματικά πολύ πιο ενδιαφέρον από την εικόνα που δημιουργήθηκε γύρω της».

Αυτή η πρόταση ανήκει στον Nick Broomfield σκηνοθέτη του νέου ντοκιμαντέρ για τη ζωή της Γουίτνεϊ Χιούστον  «Μπορώ να είμαι εγώ;» που προβλήθηκε χθες, 26 Απριλίου, στο φεστιβάλ της Τραϊμπέκα.

Πέντε χρόνια από το θάνατό της σε ηλικία 48 ετών στις 22 Φεβρουαρίου του 2012, η ζωή και το τραγικό της τέλος δεν έπαψε να απασχολεί τους φανς και τα μίντια σε όλο τον κόσμο.

«Είχε ελάχιστο έλεγχο στη ζωή της», λέει ο Μπρούμφιλντ, ο οποίος μίλησε στον Γκάρντιαν για την ταινία.

Ο σκηνοθέτης μίλησε με τους σωματοφύλακες, τους τραγουδιστές που έκαναν τα φωνητικά, τους κομμωτές, τους σωματοφύλακες, τους ανθρώπους του μάρκετινγκ και όλους όσους ανήκαν στον κλειστό κύκλο της σταρ.

Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγικό, ασυμβίβαστο πορτρέτο μιας γυναίκας που αναγκαζόταν  να αποκρύψει τον αληθινό της εαυτό.

Ο τίτλος αντικατοπτρίζει μια ερώτηση που έκανε συχνά «Μπορώ να είμαι εγώ;» «Το να είσαι κάποιος άλλος – να παίζεις τον ‘χαρακτήρα Whitney’ – ήταν κάτι που έγινε απίστευτα δύσκολο», λέει ο Broomfield. «Από μικρή ηλικία, είχε πολύ λίγο έλεγχο στη ζωή της.»

Είναι η μοναδική καλλιτέχνης που κατέκτησε την κορυφή του Billboard 100 επτά συνεχόμενες φορές με τα τραγούδια «Saving All My Love for You», «How Will I Know», «Greatest Love of All», «I Wanna Dance with Somebody (Who Loves Me)», «Didn’t We Almost Have It All», «So Emotional» και «Where Do Broken Hearts Go».

Το ντεμπούτο άλμπουμ της με τον τίτλο Whitney Houston που κυκλοφόρησε το 1985 έγινε το εμπορικότερο άλμπουμ από γυναίκα καλλιτέχνη τη χρονιά της κυκλοφορίας του.

Αυτά όμως δε σημαίνουν τίποτα. Οι παράγοντες που καθόριζαν τη ζωή της ήταν μια αληθινή θύελλα με πρώτη τη μητέρα της Cissy Houston.

Την πιεστική δισκογραφική της εταιρεία, την Αρίστα. Τον συντηρούμενο σύζυγό της, τον Μπόμπι Μπράουν. Την σεξουαλική της σύγκρουση. Και το βουνό των ναρκωτικών που δοκίμαζε για να ξεφύγει από όλα αυτά.

Με μια πληθώρα ειλικρινών συνεντεύξεων και στιγμιότυπα από την τελευταία της περιοδεία το 1999 που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, και ήταν και το τελευταίο επιτυχημένο roadshow πριν το θάνατό της, το 2012, σκιαγραφείται ένα τέλος που δε θα αργούσε να έρθει.

Ήδη η ζημιά στη φωνή της είχε φανεί ενώ τα μέλη της μπάντας της λένε ότι τα προβλήματα με το τραγούδι ξεκίνησαν από τη δεκαετία του ’80. «Η φωνή της ήταν ήδη αλλαγμένη και καταπονημένη από την ποσότητα φαρμάκων που έπαιρνε», λέει ο Broomfield.

Τα αδέρφια της Χιούστον εθισμένα και αυτά στην ηρωίνη από την προεφηβεία μιλούν για το περιβάλλον μέσα στα ναρκωτικά και μέσα στο οποίο μεγάλωσε.

Η ίδια γνώρισε το κρακ στη δεκαετία του 80, κάτι συνηθισμένο για του έφηβους στη γενέτειρα της Χιούστον στο Νιούαρκ,του  Νιου Τζέρσεϋ, μια περιοχή που ποτέ δεν συνήλθε από τις ταραχές της δεκαετίας του 1960, όταν η τραγουδίστρια ήταν παιδί.

Η ταινία υπογραμμίζει τη σκληρή φύση αυτής της γειτονιάς – και του East Orange, όπου η οικογένειά της μετακόμισε αργότερα – προκειμένου να διαψευσθεί η ιδέα ότι η Χιούστον γνώρισε το «δρόμο» ‘όταν παντρεύτηκε τον Μπόμπι Μπράουν.

Η μεγαλύτερη αποστολή της δισκογραφικής της εταιρείας ήταν να διαγράψει αυτό το παρελθόν, ώστε να δημιουργήσουν μια καθαρή και συνειδητά πιο ήπια εικόνα για τη Χιούστον ως ποπ πριγκίπισσα.

Από την άλλη εκείνη τη δεκαετία μόνο οι μαύροι καλλιτέχνες που ήταν «λίγο πιο μαύροι» ή μετατραπεί σε «ποπ», θα μπορούσαν να απευθυνθούν σε μεγαλύτερα ακροατήρια – έννοιες που φαίνονται εντυπωσιακές στην πιο φωτισμένη σημερινή εποχή της Beyoncé.

Σύμφωνα με τον Broomfield, η δισκογραφική Arista ξάνοιγε τον τόνο του δέρματός της στις καταχωρίσεις και τις φωτογραφίσεις. Αυτό της δημιουργούσε τεράστιο πρόβλημα. Οτιδήποτε ήταν πολύ «μαύρο» περιοριζόταν μόνο στο στούντιο. »

Όλη αυτή η ιστορία με το φαίνεται η Χιούστον λίγο πιο «λευκή», δημιούργησε μια οπισθοδρόμηση στη μαύρη κοινότητα, η οποία αργότερα ξέσπασε σε μια άσχημη σκηνή στα βραβεία Soul Train το 1989.

Όταν η Χιούστον κλήθηκε για ένα βραβείο, το πλήθος τη γιούχαρε. . «Αυτή η στιγμή ήταν καταστροφική», λέει ο σαξοφωνίστας Kirk Whalum. «Δεν νομίζω ότι ανέκαμψε ποτέ. Όταν πέθανε και ψάχναμε τι έφταιγε αυτό ήταν ένα μεγάλο φορτίο».

Η Χιούστον είχε τεράστιες οικονομικές υποχρεώσεις που της είχε δημιουργήσει η διασημότητά της. Έπρεπε να στηρίξει όχι μόνο την οικογένειά της αλλά και τους φίλους της και τους φίλους των φίλων της. Εκεί πήγαν όλα τα χρήματά της.

«Οι άνθρωποι λένε ότι τα ξόδεψε για τα ναρκωτικά, αλλά είναι αδύνατο να τα ξοδέψεις, τόσα χρήματα» λέει ο Broomfield. «Αγόραζε σε όλους σπίτια, αυτοκίνητα και πλήρωνε για την εκπαίδευσή τους. Αυτή είναι μια τεράστια αποστράγγιση. Το επόμενο χτύπημα ήταν ότι η μητέρα της δεν ενέκρινε ποτέ τη σχέση με την παιδική της φίλη Robyn Crawford, μια σχέση που ήταν σεξουαλική, αλλά και βαθιάς αγάπης και εμπιστοσύνης. «Η Robyn ήταν αυτή που την κρατούσε μαζί», λέει ο συγγραφέας Allison Samuels. «Τότε τα ναρκωτικά έγιναν τόσο σημαντικά γι ‘αυτήν».

Οι γύρω της λένε ότι η Γουίτνεϊ εκτροχιάστηκε μετά την περιοδεία του 1999. Η Ρόμπερτς προσπάθησε τότε να προειδοποιήσει την οικογένεια για την έκταση της χρήσης ναρκωτικών της Χιούστον στη δεκαετία του 1980. «Έκανα μια ταινία που σκέφτηκα ότι είναι δίκαιη» λέει ο Μπρούμφιλντ.

Η μητέρα της ζήτησε από τους ανθρώπους να μη συνεργαστούν, η μητέρα της θέλει να κάνει το δικό της ντοκιμαντέρ με τον ίδιο σκηνοθέτη που έκανε πριν λίγα χρόνια την «αγιογραφία» της Έιμι Γουάινχάουζ.

πηγη:thetoc.gr

Δείτε και αυτά: