Ο Γιάννης Μπουτάρης δε γίνεται να κάτσει ήσυχος

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

Με αφορμή την αυτοβιογραφία που έγραψε μαζί με την Μαρία Μαυρικάκη, μίλησε για όλα στον Παναγιώτη Μένεγο: για τη μελαγχολία του πολύ ελεύθερου χρόνου, τους βουλευτές που χτυπούσαν την πόρτα του γραφείου του δημάρχου, το μετρό, τη Συμφωνία των Πρεσπών και το ένοχο εβραϊκό παρελθόν της Θεσσαλονίκης, το ποτό και τα αμπέλια, τη γυναίκα του Ζάεφ, τον Άρη και τον Ακριθάκη.

Λίγο πριν μπούμε στη δίνη της πανδημίας, αρχές Μαρτίου του 2020, ο Γιάννης Μπουτάρης πέρασε βαριά πνευμονία. Τον τσάκισε, όπως λέει ο ίδιος. Με το που ανάρρωσε, η Θεσσαλονίκη όπως η υπόλοιπη Ελλάδα, όπως ο υπόλοιπος πλανήτης, βρισκόταν σε lockdown. Ο, έτσι κι αλλιώς, πολύς ελεύθερός χρόνος του από το καλοκαίρι του 2019 όταν έληξε και η δεύτερη δημαρχειακή θητεία του, έγινε ακόμα περισσότερος. Ήταν η κατάλληλη στιγμή. Να βάλει επιτέλους μπροστά ένα πρότζεκτ που ήταν στα σκαριά για μια δεκαετία, αλλά δεν μπορούσε να τρυπώσει στο παραφουσκωμένο 24ωρο του. Να γράψει την αυτοβιογραφία του διατρέχοντας μερικές δεκαετίες ζωής γεμάτης που τα είχε όλα. Αμπέλια, (παραλίγο) καράβια, ταξίδια, συγκρούσεις, επιχειρήσεις, πολιτική, έναν μεγάλο έρωτα, λίγο μπάσκετ, λίγο κιτς, πάρα πολύ ποτό. Πολλές διαφορετικές πτυχές ενός ανθρώπου που έξι δεκαετίες τώρα δεν μπορεί να κάτσει ήσυχος.

«Εγώ δεν ξέρω να γράφω βιβλία», λέει. Εκεί μπαίνει στο πλάνο η Μαρία Μαυρικάκη, στο βιογραφικό της χρονογραφήματα, διηγήματα και μια νουβέλα (Περαστικα, εκδ. Αίολος). Έκατσαν μαζί με το που μας επισκέφτηκε η Covid-19, πατώντας σε έναν σκελετό που εκείνη είχε ετοιμάσει.

Ο κυρ-Γιάννης, όπως έχει επικρατήσει (κι όπως του αρέσει) να τον φωνάζουν, είτε στη Θεσσαλονίκη, είτε σχεδόν δυο ώρες μακριά στο ησυχαστήριό του στο Νυμφαίο, πάτησε το play στη μνήμη του. «Τα έβαζε στο χαρτί, μου τα έστελνε, έκοβα-έραβα, έκοβε-έραβε, τον Αύγουστο ήμασταν έτοιμοι. Σε χρόνο ρεκόρ, κανείς δεν μπορεί να τον συναγωνιστεί στους ρυθμούς δουλειάς».

Κι ένα χρόνο πριν κλείσει τα 80, εκδόθηκε το Εξήντα Χρόνια Τρύγος (εκδ. Πατάκη) – ανάγνωσμα συναρπαστικό, ειλικρινές, έντιμο μέσα στην υποκειμενικότητά του. Και ζουμερό, οι ανέκδοτες ιστορίες άφθονες.

«Το διασκεδάσαμε τουλάχιστον, και οι δύο. Εγώ είμαι ιδιότροπος, αλλά μπορώ να είμαι κι εύκολος ταυτόχρονα», λέει εκείνος στο ένα από τα τρία παράθυρα της οθόνης («τα παίζω στα δάχτυλα τα ηλεκτρονικά», αυτοσαρκάζεται συγχρόνως).

Η Μαρία Μαυρικάκη συμπληρώνει απ΄ το δεύτερο παράθυρο: «Ο κυρ-Γιάννης χρησιμοποιεί το ρήμα “κάνω” για όλα τα πράγματα. Άντε και το “σκαλίζω”. Εγώ είχα αγωνία να μην επαναλαμβάνουμε συνεχώς τις ίδιες λέξεις. Εκείνος δεν ήθελε “φιοριτούρες”, όπως τις αποκαλούσε. Έγραφα εγώ ταμπέλα “ορειχάλκινη”. Μου ελεγε “μα τι γράφεις, μπρούτζινη είναι”…».

Στη μία ώρα που ακολούθησε, ο Γιάννης Μπουτάρης, παρότι λίγο ταλαιπωρημένος από τη δεύτερη δόση του εμβολίου, έβαλε λίγες τελείες. Μετράει αλλά δε ζυγίζει τα λόγια του, δε φοβάται να πεταχτεί στο παραδίπλα θέμα, δεν υπάρχουν για εκείνον δύσκολες ερωτήσεις, δεν έχει το συνηθισμένο άγχος εκείνου που μιλάει μην τυχόν και παρερμηνευθεί.

Είναι μια ζωντανή απόδειξη ότι ο καλός αφηγητής πάντα στο τέλος (σε) κερδίζει. Με το θάρρος της γνώμης του, αμπαλαρισμένο σε ένα μοναδικό επικοινωνιακό χάρισμα που αδιαφορεί για τα σύγχρονα debates περί πολιτικής ορθότητας. Είτε διατυπώνοντας έναν εντελώς διαφορετικό πολιτικό λόγο από αυτό που έχουμε συνηθίσει (υπερβαίνοντας έτσι την αντίφαση κάποιου που έχει υπάρξει από δημοτικός σύμβουλος με το ΚΚΕ ως ιδρυτικό στέλεχος της Δράσης).

Είτε μιλώντας για τα ζόρικα χρόνια που ήταν «πεταμένος» απ’ το ουίσκι (στις 21 Φεβρουαρίου συμπλήρωσε τριάντα χρόνια από το τελευταίο ποτό, επιμένει όμως να μη χρησιμοποιεί χρόνο αόριστο για το ότι είναι αλκοολικός). «Με βοήθησε πολύ η συναναστροφή μου με τους αμπελουργούς. Όταν έχεις να συνεννοηθείς μαζί τους, πρέπει να είσαι συγκεκριμένος χρησιμοποιώντας ένα λεξιλόγιο 200-250 λέξεων που μοιράζεσαι μαζί τους. Έτσι έμαθα να συνεννοούμαι…».

Διαβάστε αναλυτικά τη συνέντευξη ΕΔΩ

Δείτε και αυτά: