Επιτέλους, ο Θανάσης έφτιαξε μια αναρχική πόλη

Advertisement
Στο νέο του άλμπουμ που μόλις κυκλοφόρησε ο δημιουργός Θανάσης Παπακωνσταντίνου συστήνεται «ολιστικά» και εξ αρχής, παίζει μαζί μας, μας τραβάει το χαλί, ανακαλύπτει εκστασιασμένος τα μουσικά «εργαλεία» της ηλεκτρονικής μουσικής και διεκδικεί την αυτονομία και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.

Εν θερμώ οι πρώτες πρώτες σκέψεις ακούγοντας το νέο άλμπουμ του Θανάση Παπακωνσταντίνου με τον μυστηριώδη τίτλο-λατινογενή νεολογισμό «Urbanum» και με 12 κομμάτια, κυρίως ορχηστρικά, που καθένα έχει τον δικό του χαρακτήρα ως προς το μουσικό ύφος, ήταν:

α) ότι αυτή τη φορά ο Θανάσης κάνει έναν δίσκο πρώτα για τον εαυτό του και δευτερευόντως για τους ακροατές του (κι αυτό δεν είναι τόσο αυτονόητο όσο μοιάζει σε δημιουργούς που έχουν φανατικό κοινό, «προσδεμένο» συχνά σε συγκεκριμένες περιόδους της δημιουργίας τους),

β) ότι κάνει ένα γυμνά εξομολογητικό δίσκο-αναδρομή και ημερολόγιο της δικής του προσωπικής, μουσικής, καθημερινής, μεταφυσικής, ποιητικής εξέλιξης και διαδρομής από τα ηπειρώτικα πολυφωνικά έως το electro funky, το ambient και τα samples ή κι «Απ’ τον Βοσκόπουλο ώς τις σονάτες του Biber» όπως λέει στο ποίημα «Τρία βασικά ερωτήματα»,

γ) ότι αναγνωρίζοντας πια τις κατά καιρούς δημιουργικές μουσικές του εμμονές που άλλοτε μπορεί π.χ. ν’ αποθεώνουν τα έγχορδα, αυτή τη φορά αποθεώνουν τα πνευστά και δη το τρομπόνι του Γιώργου Αγγελάκη, τα σαξόφωνα του Νίκου Δημηνάκη και την τρομπέτα του Ανδρέα Πολυζωγόπουλου -χωρίς ν αφήνουν παραπονεμένη την ηλεκτρική κιθάρα της Βάσως Δημητρίου,

Advertisement

δ) ότι όπως φανέρωσε πιο ξεκάθαρα καταρχάς στην «Αγρύπνια», στη «Βροχή από κάτω» βέβαια και τώρα στο «Urbanum» αν υπάρχει ένα ελληνικό δισκογραφικό αντίστοιχο σε αυτό το είδος πειραματικής μουσικής έξαρσης που συνθέτει στο τέλος ένα σύμπαν από ετερόκλητους ήχους, πυρακτωμένα μουσικά όργανα, ποίηση, συνειρμούς, εμμονές, μεταφυσική και γυμνή μουσική εξομολόγηση, αυτό βρίσκεται μόνο στον Μιχάλη Σιγανίδη,

ε) ότι αν ένας δίσκος μπορεί να είναι και πολιτική σκέψη, αυτός ο συγκεκριμένος φτιάχνει μια εύρυθμη αναρχία όπου ο καθένας λειτουργεί ισότιμα, στ) ότι, παρά τα όσα λέει κατά καιρούς ο ίδιος ο Παπακωνσταντίνου περί της έλλειψης χιούμορ, αυτό το άλμπουμ έχει πάρα πολύ χιούμορ και -μέρες που ‘ναι- την επιθυμία σαν πονηρός καλικάντζαρος να σου τραβήξει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια μέχρι να σωριαστείς κάτω γελώντας με τις βεβαιότητές σου -τουλάχιστον ως προς τις προθέσεις και την προσωπικότητα του Θανάση.

Πάρτε για παράδειγμα τον πρώτο πρώτο ήχο που περιμένει τον ακροατή του νέου άλμπουμ: είναι μια ηχογραφημένη φράση σε κάποιον τηλεφωνητή: «Σε φιλώ ο αδελφός σου Μουσούλιας. Γεια» ακούγεται να λέει κάποιος που μας το κλείνει στα μούτρα για να δοθεί το σήμα της έναρξης. Ή πάρτε το ορχηστρικό κομμάτι «Κουτσάθ’κα» (έτσι ακριβώς με τη χαρακτηριστική λαρισέικη προφορά). Με τι ξεκινά; Με λαούτο; Μπουζοκομάνα; Οχι. Ξεκινά μ’ ένα κλασικότροπο πιάνο που, αφού επιτελέσει το έργο του, συναντά κάπου αργότερα μια ηλεκτρική κιθάρα για να καταλήξει σε βαλκανικό τσιφτετέλι.

Ή το «Διμήνι» που δεν είναι η κωμόπολη της Θεσσαλίας, αλλά ένα funky τζαζ τρομπόνι που συνεχίζει με afrobeats, φωνητικά, ήχους από πουλιά, σφυρίγματα και beatbox. Στον «Ζηλωτή» πάλι ξεκινάει λαϊκότροπα με μπουζούκι, βρίσκει στην πορεία τα πνευστά και σ’ ένα περιβάλλον μουσικής έκστασης εμβάλλει ένα τετράστιχο αποδημητικής αυτοκριτικής: « Αϊ! Χαρά σε μένα τον μέγα ζηλωτή, στα πεντοδάχτυλά μου την παίζω τη ζωή. Φτηνό ‘ναι το φιλί μου, στο δάκρυ ακριβός, τη σύνταξή μου όλη την έφαγα μικρός».

Τίποτα δεν είναι δεδομένο κι αν νομίζεις πως η ζωή ξεκινά με μπουζούκι μπορεί να καταλήξει σ’ ένα ambient βάσανο μεταφυσικής μοναξιάς: «(…)Ποιος το βάσανό μου βλέπει, να ‘ρθει, να το μοιραστεί; Απ’ τον Βοσκόπουλο ώς τις σονάτες του Biber, ξυπόλητος περπάτησα με τα βράγχια της φαντασίας σφηνωμένα στο στήθος. Αν ξέρατε τι δρόμο έκανα μέσα απ’ το βάλτο της κακοτυχίας! -Ποιος θα με θυμάται, φως μου, σα θα φύγω μακριά;(…)» (από τα «Τρία βασικά ερωτήματα» που επαναφέρουν και το ερώτημα από το ομώνυμο «Ποιος θα με θυμάται;» από τον δίσκο «Ο ελάχιστος εαυτός», 2011).

Κι άλλα στοιχεία από παλαιότερες δουλειές επιστρέφουν: π.χ. ο ήχος του ραδιοφώνου στα βραχέα από την «Αγρύπνια» εδώ μας εισάγει στο «Σουτάρει ο άνεμος» και σ’ ένα εικονοκλαστικό ποίημα που αναφέρεται και στον πρώτο διεθνή μας ποδοσφαιριστή από την Ηπειρο: «Τις νύχτες, παρέα με τον Πέπε, ξεχύνομαι στις ερημιές και προπονούμαι στα πέναλτι. Σουτάρουν τ’ αστέρια, σουτάρει ο άνεμος κι εγώ ‘μαι ο Στάθης Τσανακτσής».

Ή στο «Σι κλαιν κι τα κλαδιά» όπου από ένα ambient μεταφυσικό περιβάλλον έρχεται ένα ηπειρώτικο πολυφωνικό με βασική τη φωνή του πατέρα του δημιουργού, Αριστοτέλη Παπακωνσταντίνου, να τραγουδάει αποσπάσματα από το παραδοσιακό «Γκαντάρας», επιστρέφοντας στον «Βραχνό προφήτη» στο τραγούδι για τον φωτογράφο των Τρικάλων «Α. Μάνθο» και στην εισαγωγή: «Οπου, στα 1923 ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί…».

Τι αφήσαμε απέξω ώς εδώ; Το «Ερωτα εσύ» μία απολύτως προσωπική μελοποίηση αποσπάσματος του διάσημου Γ’ Χορικού της «Μήδειας» του Ευριπίδη σε μετάφραση Πρεβελάκη, με αναγνωρίσιμο το μουσικό ύφος του Παπακωνσταντίνου και τη συμμετοχή της Παιδικής Χορωδίας του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας. Το ορχηστρικό μίνι «soundtrack» «Δυο Μέρες πάνω στη Βελανιδιά» (αναφορά ίσως σε προσωπική παιδική ανάμνηση).

Το αντίστοιχο μίνι «soundtrack» «Ημουν κι εγώ εκεί;» Το «Χορός χωρίς χώρο» που ξεκινάει με λαϊκότροπη μελωδία χαρακτηριστική του ύφους του, για να εκτροχιαστεί λίγο μετά και να παραδοθεί σε τζαζ τζαμαρίσματα από τα πνευστά. Η υπέροχη, πανηγυριώτικη έως… σκυλάδικου, «Επανομή» που χωρίς να εγκαταλείψει τις διαθέσεις της εξελίσσεται σε διονυσιακό electro funky βαλκανικό γλέντι.

Και φυσικά το ομώνυμο «Urbanum» που ενδεχομένως περιλαμβάνει την απάντηση σε όλη αυτή την υπέροχα ενορχηστρωμένη μουσική τρέλα: «Η ποίηση είναι βιωματική κι εγώ -αχ! Μάνα, μάνα μου- φτιάχνω τον κόσμο που θέλω, με τη σιωπή, με τις λέξεις, με το ανώνυμο φτερούγισμα των αποδημητικών πόθων» καταλήγει το ποίημα που ακούγεται ν’ απαγγέλλει ο Παπακωνσταντίνου.

Σε αυτό το μουσικοποιητικό περιβάλλον που παραδίδει, ανακαλύπτοντας έκθαμβος τα νέα εργαλεία της μουσικής γλώσσας, τα synth, το beat, τα samples, για να τα συνδυάσει με τα δικά του παραδοσιακά υλικά, υπερασπίζεται το δικαίωμα να είναι ο δημιουργός του μυθικού Urbanum. Μιας πόλης που φυτρώνει μέσα στο δάσος;

Ή μέσα του; Μιας επαρχίας που κουβαλιέται και στην πόλη; Μιας συνθήκης που γουστάρει τα σκυλάδικα, τα ηπειρώτικα, τα πανηγύρια, αλλά εκστασιάζεται και μ’ έναν Αυστριακό συνθέτη και δεξιοτέχνη βιολιστή της εποχής του μπαρόκ, αλλά και με την τζαζ και με μια ηλεκτρονική λούπα;

Ο ίδιος σύστησε τη νέα του δουλειά έτσι: «Τριάντα χρόνια μετά την «Αγία Νοσταλγία», έρχεται το «Urbanum» για να επιβεβαιώσει αυτό που γνωρίζουν καλά όσες και όσοι έχουν παρακολουθήσει την πορεία μου. Δεν αναπαύομαι, είμαι ακόμη ανήσυχος και -με 64 χρόνια στην πλάτη- παραδίδω την πιο απερίγραπτη δισκογραφική μου εργασία. Ενα μουσικό υβρίδιο με στοιχεία ηλεκτρονικής αλλά και παραδοσιακής φόρμας, με λαούτα και λούπες, με λίγα λόγια και στρυφνά και αρκετό οργανικό χώρο για να αναπτυχθούν νέα συναισθήματα. Οι συνεργάτες μου εμφύσησαν ζωή σε μια προσωπική αναταραχή χωρίς συγκεκριμένο στόχο και τους ευχαριστώ».

Μάλλον λοιπόν το «Urbanum», που είναι φτιαγμένο ή για ν’ αρέσει ή για να μισηθεί χωρίς ενδιάμεσα στάδια, είναι ένας χώρος που διεκδικεί την αυτονομία και την αυτοδιάθεσή του, το δικαίωμα να ανασυνθέτει την αναρχία, με τον Θανάση πιο διάφανο, άγρυπνο, άγιο νοσταλγό, βραχνό προφήτη, σαμάνο, ελάχιστο εαυτό, απροστάτευτο και πλακατζή από ποτέ. Μαζί του ισοτίμως μια εκλεκτή όπως πάντα ομάδα: Γιώργος Αγγελάκης, Φοίβος Ανθης, Γιάννης Αντωνιάδης, Αποστόλης Γιάγκος, Νίκος Δημηνάκης, Βάσω Δημητρίου, Βασίλης Κουτσονάνος, Βασίλης Μπαχαρίδης, Κωσταντής Παπακωνσταντίνου, Ανδρέας Πολυζωγόπουλος, Φώτης Σιώτας. Την παραγωγή έχουν οι γιοι του Αριστοτέλης και Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου και ο «Αχός» και το άλμπουμ κυκλοφορεί σε όλες τις πλατφόρμες.

EΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Advertisements

Δείτε και αυτά:

Advertisement