Σύμφωνα με τη Εurostat πάνω από ένα στα τρία φτωχά νοικοκυριά στην Ελλάδα δεν μπορεί να πληρώσει για να έχει μέρα παρά μέρα ένα γεύμα με κρέας, ψάρι ή λαχανικά ισοδύναμης θρεπτικής αξίας.
Τον κακό της τον μπελά φαίνεται πώς έχει βρει η κυβέρνηση με τη Eurostat, αφού σχεδόν μέρα παρά μέρα δημοσιεύεται και από μία στατιστική που είναι προβληματική, αν όχι ντροπιαστική για την Ελλάδα.
Στα μέσα Ιουλίου δημοσιεύθηκαν τα στοιχεία για τη φτώχεια διακοπών, που επιβεβαιώνουν ότι σχεδόν ο ένας στους δύο Έλληνες δεν μπορεί να πληρώσει ούτε για εφτά συνεχόμενες ημέρες ξεκούρασης, μακριά από το σπίτι του. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Άρης Σκέρτος (πριν πει το αμίμητο για τα «ηλιοβασιλέματα στο συρτάρι»), έσπευσε να απαντήσει με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τους «ημεδαπούς τουρίστες» – που όμως αντί να διαψεύδουν επιβεβαιώνουν ότι η μισή Ελλάδα δεν πάει διακοπές.
Ακολούθησαν τα στοιχεία-κόλαφος της Εurostat για τις ακάλυπτες ιατρικές ανάγκες, στις οποίες η Ελλάδα έχει θλιβερή πρωτιά – σε τεράστια απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης μάταια προσπάθησε να τα «κουκουλώσει» με τα ψηφιακά ερωτηματολόγια για το ΕΣΥ, ενώ σύσσωμη η ιατρική κοινότητα βοά για την κατάρρευση της δημόσιας υγείας.
Το τρίτο απανωτό χαστούκι ήρθε με τα στοιχεία για την υπερεργασία, στην οποία η Ελλάδα έχει επίσης αρνητική πρωτιά. Το υπουργείο Υγείας κατηγόρησε τα ΜΜΕ ότι διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, επιλέγοντας τη δική του ανάγνωση των στατιστικών.
Σήμερα δημοσιεύθηκαν τα στοιχεία για τη διατροφική ανασφάλεια στην ΕΕ. Ούτε κι εδώ η Ελλάδα τα πηγαίνει τόσο καλά.
Με βάση την επεξεργασία της Eurostat από τα στοιχεία εθνικών στατιστικών υπηρεσιών κάθε χώρας για το 2024, στην ΕΕ των 27 κατά μέσο όρο το 8,5% του πληθυσμού δήλωνε οικονομική αδυναμία να έχει μέρα παρά μέρα στο τραπέζι του ένα «κανονικό γεύμα». Δηλαδή ένα γεύμα που να περιέχει κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ισοδύναμης θρεπτικής αξίας.
Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ανέρχεται, στο 11,3%, κατατάσσοντάς μας στην πέμπτη χειρότερη θέση στην ΕΕ – μετά τις Βουλγαρία, Σλοβακία, Ρουμανία και Ουγγαρία.
Μπορεί να μην ανεβαίνουμε στο «βάθρο των πρωταθλητών» της διατροφικής ανασφάλειας, – όπως συμβαίνει με την υγεία, την αγοραστική δύναμη, το στεγαστικό κόστος. Μην ξεχνάμε όμως ότι η Ελλάδα ήταν μέχρι πρότινος μια χώρα πρωτίστως αγροτική και μέχρι σήμερα έχει πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο σε τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα. Το γεγονός ότι πάνω από ένας στους δέκα Έλληνες δεν έχει πρόσβαση στα προϊόντα της ελληνικής γης, που θα έπρεπε να είναι φθηνά, άφθονα και ποιοτικά, μόνο τιμή δεν περιποιεί σε ένα κράτος που καυχιέται για σχεδόν διπλάσιους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης από την ΕΕ.
Φτώχεια και διατροφική ανασφάλεια
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι τα ποσοστά του γενικού πληθυσμού που δεν μπορούν να τραφούν θρεπτικά και υγιεινά. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι η διατροφή και η στέγαση ανήκουν στις ανελαστικές δαπάνες και τα νοικοκυριά περικόπτουν όλα τα άλλα έξοδα για να τις καλύψουν. Το πλέον προβληματικό είναι ότι στα φτωχά νοικοκυριά το ποσοστό όσων δεν μπορούν να πληρώσουν για να έχουν μέρα παρά μέρα ένα πλήρες γεύμα, ανεβαίνει στο 34,6%, πάνω από ένα στα τρία.
Όπως γνωρίζουμε το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό αυξήθηκε το 2024, στο 26,9% από 26,1% το 2023.
Αυξανόμενα, αν και με πιο αργό ρυθμό, βαίνουν και τα ποσοστά του πληθυσμού που δυσκολεύεται να βάλει ένα πιάτο στο τραπέζι. Το 2022 ήταν 10% και το 2023 10,9%.
Αν θέλουμε πάντως να είμαστε δίκαιοι, και να μη μας κατηγορούν για «κοπτοραπτική», οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το ποσοστό των φτωχών νοικοκυριών που βρίσκονται σε κατάσταση διατροφικής ανασφάλειας μειώθηκε αισθητά το 2024, κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες (από 38,2% το 2023). Παραμένει ωστόσο το τέταρτο υψηλότερο στην ΕΕ – ξεπερνώντας τη Ρουμανία που βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από εμάς στον γενικό πληθυσμό.
Το θετικό παράδειγμα
Αξιζει να μας προβληματίσει θετικά το γεγονός ότι σε χώρες όπως η Πορτογαλία και η Κύπρος, που εφάρμοσαν υπερμειωμένο ως μηδενικό ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα, τα ποσοστά διατροφικής επισφάλειας είναι τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Το ίδιο συμβαινει και στην Ιρλανδία, που εφαρμόζει πολιτική υπερμειωμένου ως μηδενικού ΦΠΑ για επιλεγμένα τρόφιμα πρώτης ανάγκης (γάλα, ψωμί, βούτυρο, λαχανικά, κρέας κ.ά). Προς το παρόν η Ελλάδα αρνείται να ακολουθήσει το παράδειγμά τους, παρά το ότι υπάρχει σχετική οδηγία από την ΕΕ.
Η ακρίβεια στα τρόφιμα και η υποβάθμιση του πρωτογενούς τομέα
Σε μια χώρα που συγκλονίζεται από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η διατροφική ανασφάλεια των φτωχότερων νοικοκυριών, είναι ηχηρό καμπανάκι κινδύνου. Οι αγρότες-κτηνοτρόφοι που κατήγγειλαν τις παράνομες επιδοτήσεις, αλλά κανείς δεν τους άκουγε, είναι εκείνοι που ήδη πληρώνουν το μάρμαρο και για το φαγοπότι με τα κοινοτικά κονδύλια. Η ευλογιά των αιγοπροβάτων και οι ανεπαρκείς ως ολέθριοι χειρισμοί της κυβέρνησης για την αντιμετώπισή της απειλεί να δώσει τη χαριστική βολή σε ολόκληρες περιοχές που ζουν από την κτηνοτροφία, οδηγώντας σε περεταίρω απομείωση του ζωικού κεφαλαίου, ελλείψεις, ελληνοποιήσεις, εισαγωγές και αύξηση των τιμών.
Η φτώχεια… παχαίνει
Θα μπορούσε κανείς να αντιπαραβάλλει ότι η Ελλάδα έχει υψηλά ποσοστά υπέρβαρων ατόμων. Είναι ωστόσο τεκμηριωμένο επιστημονικά και αναγνωρίζεται και από τον FAO (Oργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ) ότι η διατροφική ανασφάλεια και το χαμηλό εισόδημα, είναι παράγοντες ρίσκου και για την αύξηση βάρους. Η ακατάστατη και ανθυγιεινή διατροφή είναι «καταφύγιο» των φτωχότερων νοικοκυριών, που καταναλώνουν συχνότερα επεξεργασμένα, υψηλής θερμιδικής και χαμηλής θρεπτικής αξίας τρόφιμα, που είναι πιο εύκολα διαθέσιμα και φαινομενικά πιο φθηνά (ως μοναδιαία τιμή) από τα υγιεινά φρέσκα τρόφιμα.
Με άλλα λόγια, όταν το κρέας, το ψάρι, τα γαλακτοκομικά, τα φρούτα ακόμα και τα λαχανικά έχουν πάει «στον θεό», οι φτωχότερες οικογένειες ή οι γονείς που δουλεύουν υπερωρίες και δεν μαγειρεύουν, είναι πιο πιθανό να «σαβουρώσουν» κάτι στα όρθια ή να βράσουν μακαρόνια με φθηνό εισαγόμενο τυρί, αντί να προγραμματίσουν μια σωστή διατροφή σε εβδομαδιαία βάση. Σε αυτό φυσικά υπεισέρχονται κοινωνικοί, εκπαιδευτικοί και ψυχολογικοί παράγοντες, που επίσης συνδέονται με την οικονομική ανασφάλεια.