Ταξίδι στον χρόνο με χειροποίητες πίτες ψημένες όπως παλιά στο σατς

Advertisement

Στην ανατολική Θεσσαλονίκη υπάρχει ένα μαγαζί που ζει σε δικό του ρυθμό. Εκεί, πριν ακόμη χαράξει η μέρα, από τις 4 τα ξημερώματα, η Μαρία ή Μανιόλα Φιράι, όπως τη γράφουν ακόμη τα χαρτιά, ανασκουμπώνεται για να πλάσει το ζυμάρι, να ανοίξει φύλλα, να ανάψει φωτιά με ξύλα, να βάλει πάνω την πυροστιά και να ψήσει πίτες στο παραδοσιακό ξυλόφουρνο – το σατς- όπως τις έψηναν παλιά στο χωριό. Μέχρι τις 7 έχει ήδη ανοίξει δεκάδες φύλλα κάτω από το «άγρυπνο βλέμμα» της γιαγιάς της, της Ελευθερίας, η φωτογραφία της οποίας κρέμεται στον τοίχο.

Στόχος της: να φτιάξει τουλάχιστον δέκα πίτες την ημέρα, δώδεκα φύλλα η καθεμία. Οι πίτες της γίνονται ανάρπαστες -όποιος πρόλαβε, πρόλαβε. Το μαγαζί κλείνει στις 3 μετά το μεσημέρι, όμως η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ -ούτε καν την Κυριακή, γιατί ο κόσμος αναζητά τις πίτες της.

Advertisement

Η Μανιόλα Φιράι ήρθε στην Ελλάδα το 1999 από την Κορυτσά, αναζητώντας -όπως οι περισσότεροι μετανάστες- ένα καλύτερο αύριο. «Στην Αλβανία δεν υπήρχε θρησκεία. Στα χαρτιά ήμασταν όλοι άθεοι. Αλλά θυμάμαι τη γιαγιά μου που έβαφε αβγά με φύλλα από κρεμμύδια -άρα κάτι χριστιανικό υπήρχε στο σπίτι, έστω κι αν δεν το λέγαμε», λέει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Έτσι, όταν ήρθε στην Ελλάδα, αποφάσισε να βαφτιστεί χριστιανή και να πάρει το όνομα Μαρία. Το επίσημο όνομά της δεν το άλλαξε στα χαρτιά γιατί ήταν δύσκολο, αλλά όλοι πλέον την ξέρουν ως Μαρία.

Στη Θεσσαλονίκη όπου εγκαταστάθηκε, έκανε διάφορες δουλειές: από φροντίδα ηλικιωμένων μέχρι λάντζα σε εστιατόρια. Επειδή μαγείρευε καλά, εργάστηκε και ως μαγείρισσα. Ώσπου τον περασμένο Μάρτιο αποφάσισε να κάνει ένα καινούριο ξεκίνημα: να ανοίξει ένα μαγαζί και να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα.

Η γιαγιά της είναι και ο λόγος που οι πίτες της έχουν ψυχή. Ήταν εκείνη που της έμαθε να φτιάχνει τη ζύμη και να ανοίγει φύλλο. Η γιαγιά, όμως, έμεινε στην Αλβανία και σήμερα παλεύει με την άνοια. Η φροντίδα της είναι μοιρασμένη ανάμεσα στα παιδιά της -κι εκεί μπαίνει η μητέρα της Μαρίας, η κυρία Όλγα, η οποία πηγαινοέρχεται στην Αλβανία για να τη φροντίζει. «Χωρίς τη μαμά μου δεν θα τα κατάφερνα», λέει η Μαρία.

Advertisement

Στο εργαστήρι της Μαρίας υπάρχουν τα δύο σκεύη που μοιάζουν με τεράστιες γάστρες -τα δύο σατς, που έφερε από την Αλβανία, μαζί με δύο παλιές πυροστιές. Βάζει τα ξύλα κάτω από την πυροστιά και τα ανάβει. Πάνω στην πυροστιά βάζει το σατς και το σκεπάζει με βαρύ καπάκι, τόσο βαρύ που χρειάζεται μηχανισμός για να το σηκώσει. Και οι πίτες ψήνονται, όπως ψήνονταν πριν από δεκαετίες στις αυλές και στα χωριά. Το ψήσιμο της πίτας και η μυρωδιά της είναι σαν ένα ταξίδι στον χρόνο. «Τις πίτες τις φτιάχνω ακριβώς όπως τις έφτιαχναν παλιά, γι’ αυτό και το μαγαζί μου το ονόμασα “ Πίτα όπως παλιά”», λέει η Μαρία.

Οι πίτες της δεν είναι απλώς νόστιμες – είναι «τίμιες». Φτιαγμένες με αγνά υλικά, ζύμη λεπτή και πλούσια γέμιση. Εκτός από τις κλασικές τυρόπιτες, χορτόπιτες και κρεατόπιτες, κάνει και πίτες με γεύσεις που δεν συναντάς κάθε μέρα: φασουλόπιτες, τσουκνιδόπιτες, μελιτζανόπιτες, μανιταρόπιτες, πίτες με λάχανο τουρσί. Πίτες που θυμίζουν γιαγιά, κόπο και ένα αύριο που χτίστηκε με τα δύο χέρια της Μαρίας.

Advertisement

Κι ενώ η ζωή της μοιάζει να είναι μονίμως γεμάτη δουλειά, η Μαρία δεν είναι μόνη. Διαζευγμένη εδώ και δέκα χρόνια, έχει δίπλα της τα δύο παιδιά της, που τα μεγάλωσε μόνη της. Δύο παιδιά που της δίνουν τη δύναμη να σηκώσει τα βάρη της ζωής: τη 18χρονη κόρη της, που σπουδάζει μουσική και κάνει μόντελινγκ -πρόσφατα μάλιστα εκλέχθηκε Miss Young- και τον 24χρονο γιο της, ο οποίος σπουδάζει και παράλληλα εργάζεται εξ αποστάσεως.

ΑΜΠΕ/Αγγέλα Φωτοπούλου

Advertisements

Δείτε και αυτά:

Advertisement