Αυτοδικία: Όταν το πένθος οπλίζει το χέρι… – Οι 6 υποθέσεις που συγκλόνισαν την Ελλάδα

Advertisement
Η πρόσφατη άγρια δολοφονία ενός 21χρονου από τον 54χρονο πατέρα του στην Κρήτη αποτελεί ένα δράμα χωρίς τέλος· μια ακραία μορφή εκδίκησης, όπου θύτης και θύμα μοιάζουν τελικά να ενώνονται μέσα στην ίδια τραγωδία.

Παρακάτω θυμόμαστε με χρονολογική σειρά σε αντίστοιχα σκηνικά αρχαίας τραγωδίας που σημάδεψαν τη μεταπολεμική Ελλάδα.

Η μητέρα που πυροβόλησε τους απαγωγείς της κόρης της

Είναι Σεπτέμβριος του 1957, όταν ομάδα νεαρών ανδρών χτυπά δυνατά την πόρτα σπιτιού σε χωριό του νομού Χανίων, με στόχο την απαγωγή της όμορφης 22χρονης Ελένης. Η χήρα μητέρα της, Κατίνα Γ., απειλεί τους εισβολείς ότι θα τους πυροβολήσει, όμως εκείνοι συνεχίζουν μέχρι που η πόρτα σπάει. Τότε η 66χρονη ανοίγει πυρ τέσσερις φορές, σκοτώνοντας τον Ι. Β., ενώ οι υπόλοιποι δράστες τρέπονται σε φυγή. Απόσπασμα της Χωροφυλακής καταδιώκει τους επίδοξους απαγωγείς, ενώ η μητέρα-θύτης συλλαμβάνεται.

Οι εφημερίδες αποκαλούν «Λέαινα της Κρήτης» τη μητέρα που σκότωσε τον επίδοξο απαγωγέα της κόρης της.

Advertisement

Η δολοφονία του γιατρού στην πλατεία Ρηγίλλης

Το πρωί της 17ης Απριλίου 1962, η πλατεία Ρηγίλλης κινούνταν στους συνηθισμένους ρυθμούς της αθηναϊκής καθημερινότητας. Λίγο μετά τις 8.30, ο γνωστός χειρουργός του «Ευαγγελισμού» Νικόλαος Γ. περπατούσε προς το σπίτι του, έχοντας προηγουμένως ρίξει σε γραμματοκιβώτιο μια επιστολή προς την κόρη του, που σπούδαζε στο Μόναχο.

Δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί. Ένας άνδρας ντυμένος στα μαύρα, με γυαλιά και πένθος στο μανίκι, τον πλησίασε από πίσω κρατώντας ένα μακρόστενο δέμα τυλιγμένο με εφημερίδα. Μέσα σε δευτερόλεπτα αποκάλυψε μια καραμπίνα και πυροβόλησε τον γιατρό σχεδόν εξ επαφής στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος.

Η σκηνή πάγωσε τους περαστικούς. Το σώμα του 54χρονου γιατρού έμεινε αιμόφυρτο στο πεζοδρόμιο, ενώ ο δράστης προσπάθησε να διαφύγει προς τη Στησιχόρου. Τον καταδίωξε ο αρχιφύλακας Βασίλης Σίλης, πρωταθλητής δρόμων ημιαντοχής, που βρισκόταν τυχαία στο σημείο. Λίγα στενά πιο πέρα κατάφερε να τον ακινητοποιήσει.

Advertisement

Σχεδιάγραμμα της δολοφονίας του γιατρού στην πλατεία Ρηγίλλης και το πρωτοσέλιδο της επόμενης ημέρας.

Advertisement

Ο δράστης ήταν ο Στέφανος Σ., 35 ετών, κουρέας από την Καβάλα. Η σύζυγός του Τζούλια είχε μεταφερθεί λίγες εβδομάδες νωρίτερα στην Αθήνα με σοβαρό πρόβλημα υγείας. Οι γιατροί του «Ευαγγελισμού» έκριναν πως έπρεπε να χειρουργηθεί άμεσα και την επέμβαση ανέλαβε ο Ν. Γ., ένας από τους πιο γνωστούς χειρουργούς της εποχής και στενός φίλος του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή. Η γυναίκα πέθανε λίγες ώρες αργότερα και ο σύζυγος πείστηκε πως επρόκειτο για ιατρικό λάθος.

Σύμφωνα με τις καταθέσεις, μετά τον θάνατο της γυναίκας του βυθίστηκε στη μελαγχολία. Πήγαινε καθημερινά στο νεκροταφείο, αδυνατούσε να εργαστεί και επαναλάμβανε πως ο γιατρός «του κατέστρεψε τη ζωή». Λίγο μετά το μνημόσυνο των σαράντα ημερών ταξίδεψε από την Καβάλα στη Θεσσαλονίκη, αγόρασε καραμπίνα και έφτασε νύχτα στην Αθήνα, αποφασισμένος να εκδικηθεί.

Η δολοφονία συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον ιατρικό κόσμο. Στη δίκη αποδείχθηκε πως ο δράστης είχε ενημερωθεί για τη σοβαρότητα της κατάστασης της συζύγου του και πως το έγκλημα ήταν προμελετημένο. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης αντιμετώπισε με συμπάθεια τον κατηγορούμενο, βλέποντας σε αυτόν έναν άνθρωπο διαλυμένο από το πένθος. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε 20 χρόνια κάθειρξη, αναγνωρίζοντάς του πρότερο έντιμο βίο.

Advertisement

Δολοφονία γιατρού έξω από το δικαστήριο

Η δολοφονία ενός γνωστού παθολόγου στο Αγρίνιο, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, εξελίχθηκε σε μία από τις πιο σοκαριστικές υποθέσεις αυτοδικίας της μεταπολίτευσης. Το έγκλημα δεν συγκλόνισε μόνο την τοπική κοινωνία, αλλά άνοιξε και μεγάλη συζήτηση για την ασφάλεια των γιατρών, τις σχέσεις τους με συγγενείς ασθενών και τα όρια της προσωπικής εκδίκησης.

Όλα είχαν ξεκινήσει δύο χρόνια νωρίτερα, όταν δύο αδέλφια μετέφεραν την αδελφή τους, που υπέφερε από έντονους πόνους, στο ιατρείο του 40χρονου παθολόγου Α. Κ. Εκείνος έκρινε πως η κατάσταση ήταν σοβαρή και συνέστησε άμεση διακομιδή στο νοσοκομείο και στη συνέχεια στην Αθήνα. Η γυναίκα νοσηλεύτηκε για λίγες ημέρες στην πρωτεύουσα, όμως τελικά κατέληξε.

«Τρεις ημέρες τον παραμόνευα», δηλώνει ο Μανιάτης πατέρας που εκτέλεσε τον δολοφόνο του παιδιού του μέσα στο λεωφορείο.

Advertisement

Οι συγγενείς της θεώρησαν υπεύθυνο τον γιατρό για τον θάνατό της και κινήθηκαν νομικά εναντίον του, κατηγορώντας τον για αμέλεια. Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Αγρίνιο τον Ιανουάριο του 1976. Μετά από πολύωρη διαδικασία, το δικαστήριο αθώωσε τον κατηγορούμενο ιατρό.

Λίγα λεπτά αργότερα, έξω από το δικαστικό μέγαρο, εκτυλίχθηκε η τραγωδία. Ο αδελφός της νεκρής γυναίκας πλησίασε τον γιατρό και τον πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής. Η σφαίρα τον χτύπησε κοντά στην καρδιά. Ο τραυματισμένος άνδρας μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου υπέκυψε μπροστά στα μάτια συναδέλφων του.

Ο δράστης επιχείρησε να διαφύγει, όμως συνελήφθη αμέσως. Στην απολογία του υποστήριξε ότι δεν είχε σχεδιάσει τη δολοφονία και απέδωσε την πράξη του στην «κακιά στιγμή». Ωστόσο, η υπόθεση είχε ήδη προκαλέσει τεράστιες αντιδράσεις. Ιατρικοί σύλλογοι της Δυτικής Ελλάδας προχώρησαν σε κινητοποιήσεις και απεργίες, καταγγέλλοντας τις επικίνδυνες συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονταν οι γιατροί. Εκείνες τις ημέρες άνοιξε για πρώτη φορά σοβαρά και η συζήτηση για αυξημένα μέτρα ασφαλείας στις δικαστικές αίθουσες, ιδιαίτερα σε υποθέσεις όπου υπήρχε φόβος αντεκδίκησης.

Advertisement

Φόνος στο ΚΤΕΛ

Το Πάσχα του 1983, σε μια μικρή κοινωνία της Μάνης, το γιορτινό τραπέζι βάφτηκε με αίμα και άνοιξε έναν κύκλο τραγωδίας που για χρόνια θα στοίχειωνε την περιοχή. Ένα 14χρονο αγόρι, αφού πέρασε το μεσημέρι της Λαμπρής με την οικογένειά του, βγήκε για βόλτα στα γνώριμα σοκάκια του χωριού.

Εκεί συνάντησε έναν 23χρονο συγχωριανό του. Οι δυο τους απομακρύνθηκαν προς μια ερημική περιοχή κοντά σε ποτάμι, πίνοντας αλκοόλ και περιπλανώμενοι μακριά από αδιάκριτα βλέμματα.

Advertisement

Λίγη ώρα αργότερα, το παιδί βρέθηκε νεκρό στα νερά του ποταμού. Σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν στην ανάκριση, ο νεαρός επιχείρησε να το αποπλανήσει και, όταν ο ανήλικος αντέδρασε έντονα και απείλησε πως θα μιλήσει, ξέσπασε άγριος καβγάς. Ο 23χρονος Ηλίας Κ. τον χτύπησε με μανία και στη συνέχεια πέταξε το σώμα του στο νερό. Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε αργότερα πως το παιδί ήταν ακόμη ζωντανό όταν κατέληξε στο ποτάμι.

Η είδηση πάγωσε τη Μάνη. Το πένθος γρήγορα μετατράπηκε σε οργή και η λέξη «εκδίκηση» ακουγόταν παντού: στα καφενεία, στις αυλές, ακόμη και στην κηδεία του παιδιού. Ο δράστης συνελήφθη και ομολόγησε, όμως κανείς δεν πίστευε πως η υπόθεση είχε τελειώσει.

Λίγες ημέρες αργότερα, κατά τη μεταγωγή του προς τις φυλακές, ο 40χρονος πατέρας του παιδιού ακολούθησε το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε ο δράστης. Σε στάση της διαδρομής, ο Π. Π. ανέβηκε μαζί με τα δύο αδέλφια του στο όχημα και, μπροστά σε έντρομους επιβάτες και αστυνομικούς, τον πυροβόλησε δύο φορές στο κεφάλι, ενώ ταυτόχρονα ένα μαχαίρι καρφωνόταν στον λαιμό του.

Advertisement

Στη δίκη που ακολούθησε, το ακροατήριο χειροκροτούσε τον πατέρα-εκτελεστή, ενώ ακόμη και ο πατέρας του νεκρού 23χρονου δήλωνε πως «του έδινε 60% δίκιο».

Φόνος στην Κρήτη, εκδίκηση στην Αθήνα

Ήταν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1988 όταν μια δικαστική αίθουσα στον Πειραιά μετατράπηκε ξαφνικά σε σκηνικό θανάτου. Ένας ηλικιωμένος Κρητικός, ντυμένος στα μαύρα και με το πρόσωπο σκαμμένο από το πένθος, σηκώθηκε αθόρυβα από τη θέση του στο ακροατήριο και πλησίασε τον άνθρωπο που θεωρούσε υπεύθυνο για τον θάνατο του γιου του.

Μέσα σε δευτερόλεπτα ακούστηκαν αλλεπάλληλοι πυροβολισμοί. Ο κατηγορούμενος έπεσε νεκρός μπροστά σε δικαστές, δικηγόρους και αστυνομικούς, που δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν.

Advertisement

Η υπόθεση είχε ξεκινήσει πέντε χρόνια νωρίτερα, στο Ρέθυμνο. Ένας καβγάς ανάμεσα σε δύο νεαρούς άνδρες, με αφορμή προσωπικές διαφορές και μια γυναίκα, κατέληξε σε φόνο. Ο 27χρονος γιος του μετέπειτα δράστη έπεσε νεκρός από πυροβολισμούς και ο άνθρωπος που τον σκότωσε καταδικάστηκε πρωτόδικα σε ισόβια κάθειρξη.

Η έφεση εκδικάστηκε στον Πειραιά, μακριά από την Κρήτη, καθώς οι αρχές φοβούνταν βεντέτα ανάμεσα στις δύο οικογένειες.

Ο πατέρας όμως δεν είχε ξεχάσει. Για χρόνια κυκλοφορούσε βυθισμένος στο πένθος, με μακριά γενειάδα και μαύρα ρούχα. Όσοι τον γνώριζαν έλεγαν πως ζούσε μόνο με τη σκέψη της εκδίκησης. Εκείνο το πρωινό μπήκε ανενόχλητος στο Εφετείο έχοντας μαζί του ένα παλιό γερμανικό πιστόλι από την εποχή της Κατοχής. Περίμενε υπομονετικά τη στιγμή που θα βρισκόταν κοντά στον δολοφόνο του παιδιού του.

Advertisement

Μετά τους πυροβολισμούς δεν προσπάθησε να διαφύγει. Άφησε το όπλο κάτω και παραδόθηκε ψύχραιμος στους αστυνομικούς. «Έκανα αυτό που έπρεπε», φέρεται να είπε. Καταδικάστηκε σε πενταετή κάθειρξη και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν μετάνιωσε ποτέ για την πράξη του.

Το αιματοκύλισμα στο στρατοδικείο

Το αυτοκίνητο του μεθυσμένου υποσμηναγού που παρέσυρε και σκότωσε πέντε παιδιά στη Χαλκίδα έγινε η αφορμή για το μακελειό στο Στρατοδικείο Ρουφ.

Το απόγευμα της 1ης Απριλίου 1993, η αίθουσα του Στρατοδικείου στο Ρουφ μετατράπηκε μέσα σε λίγα λεπτά σε πεδίο πανικού και αίματος. Μια δίκη που ήδη συγκέντρωνε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, εξαιτίας ενός πολύνεκρου τροχαίου και της οργής των συγγενών των θυμάτων, κατέληξε σε μία από τις πιο σοκαριστικές πράξεις αυτοδικίας που γνώρισε η σύγχρονη Ελλάδα.

Όλα είχαν αρχίσει σχεδόν δύο χρόνια νωρίτερα, σε παραλιακή περιοχή της Χαλκίδας. Παρέα επτά εφήβων επέστρεφε τα ξημερώματα με τα πόδια από νυχτερινό κέντρο, όταν αυτοκίνητο που κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα έπεσε πάνω τους. Πέντε παιδιά ηλικίας 15 έως 18 ετών σκοτώθηκαν, ενώ άλλα δύο σώθηκαν από τύχη.

Ο οδηγός, υποσμηναγός της Πολεμικής Αεροπορίας Δ. Κ., αποδείχθηκε πως οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ. Η ποινή που του επιβλήθηκε πρωτόδικα θεωρήθηκε εξαιρετικά επιεικής από τις οικογένειες των θυμάτων, ιδιαίτερα όταν λίγους μήνες αργότερα αφέθηκε ελεύθερος.

Ανάμεσα στους γονείς που δεν κατάφεραν ποτέ να αποδεχθούν την εξέλιξη της υπόθεσης ήταν κι ένας πατέρας που είχε χάσει τον μοναχογιό του στο δυστύχημα. Άνθρωποι από το περιβάλλον του έλεγαν πως είχε βυθιστεί σε μια σιωπηλή εμμονή με την εκδίκηση. Λίγο πριν από τη νέα δίκη φέρεται ακόμη και να είχε ανοίξει τάφο δίπλα στο παιδί του, λέγοντας πως σύντομα θα βρεθεί κοντά του.

Εκείνο το απόγευμα μπήκε αθόρυβα στο δικαστήριο κρατώντας όπλο μέσα σε χαρτοφύλακα. Παρακολούθησε τη διαδικασία χωρίς να κινήσει υποψίες και ξαφνικά σηκώθηκε, ακινητοποιώντας τον συνοδηγό του αυτοκινήτου που είχε σκοτώσει τα πέντε παιδιά.

Μέσα σε κατάσταση αμόκ άρπαξε και δεύτερο όπλο από αστυνομικό, απαιτώντας από τους ομήρους να φωνάξουν ότι ο υποσμηναγός οδηγούσε μεθυσμένος και γι’ αυτό σκοτώθηκαν τα παιδιά. Αμέσως μετά ξεκίνησε τη «φρικαλέα ατραξιόν» του, πυροβολώντας προς πάσα κατεύθυνση μέσα στην αίθουσα.

Δύο δικηγόροι υπεράσπισης έπεσαν νεκροί, αρκετοί άνθρωποι τραυματίστηκαν και, πριν οι αστυνομικοί προλάβουν να τον σταματήσουν, ο μαινόμενος πατέρας έστρεψε το όπλο πάνω του και αυτοκτόνησε.

Πηγή

Advertisements

Δείτε και αυτά:

Advertisement